Η Αντίφαση και οι Επενδυτικές Ευκαιρίες!
Μετά την πρόσφατη άνοδο των κεφαλαιαγορών, η διεθνής επενδυτική κοινότητα διατηρεί κάποια στάση αναμονής, προσπαθώντας να προβλέψει την κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν οι αγορές από 'δώ και πέρα, αν και συχνά δείχνει να αναζητεί αφορμή για συνέχιση της ανοδικής κίνησης.
Ωστόσο, η πρόσφατη άνοδος των κεφαλαιαγορών τροφοδοτήθηκε από την αυξημένη ρευστότητα που υπάρχει και στις δύο όχθες του Ατλαντικού, και βασίστηκε στην προεξόφληση επιτάχυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, καθώς επίσης και στην προεξόφληση βελτίωσης των εταιρικών αποτελεσμάτων. Επίσης παρατηρούμε ότι η ανοδική κίνηση των προηγουμένων μηνών δεν περιορίστηκε στον τομέα των μετοχών. Ακολούθησαν σχεδόν όλες οι επενδυτικές αξίες (ομόλογα εμπορεύματα κ.τ.λ.), παρά το γεγονός ότι οι τιμές των ομολόγων πραγματοποίησαν μια διορθωτική κίνηση, αρχής γενομένης από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου.
Το ζητούμενο κατά τη φάση αυτή αναμονής που φαίνεται να διέρχεται η διεθνής επενδυτική κοινότητα, είναι η πορεία των αγορών κατά τις επόμενες εβδομάδες. Παρατηρούμε ότι το διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα κυριαρχείται από μια μεγάλη αντίφαση. Σε επίπεδο θεμελιωδών οικονομικών μεγεθών η κατάσταση κάθε άλλο παρά ευοίωνη είναι. Δεν είναι μόνο ο κίνδυνος αποπληθωρισμού στις ΗΠΑ με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική δραστηριότητα, ή ο κίνδυνος μιας δεύτερης ύφεσης στη Γερμανία και κατ' επέκταση στην Ευρωζώνη. Το πρόβλημα κατά την άποψη μας είναι ότι το διεθνές οικονομικό σύστημα παραμένει υπερχρεωμένο, σε μια περίοδο όπου υπάρχει μια υπερβάλλουσα προσφορά αγαθών και υπηρεσιών που υπερκαλύπτει τη συνολική ζήτηση. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι στις ΗΠΑ τουλάχιστον, οι πρώτες αντιδράσεις στις δημοσιονομικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης Bush για διοχέτευση ρευστότητας στην οικονομία αυτό το χρόνο, ήταν αύξηση των αποταμιεύσεων ή μείωση χρεών, τόσο από τους καταναλωτές, όσο και από τις επιχειρήσεις, αντί για αύξηση της κατανάλωσης ή των επενδύσεων, όπου και στόχευαν οι παρεμβάσεις αυτές.
Ταυτόχρονα, είναι σαφές ότι οι παραδοσιακές πολιτικές παρεμβάσεις είτε δημοσιονομικού, είτε νομισματικού χαρακτήρα, βαίνουν προς εξάντληση, αφού περαιτέρω δημοσιονομική επέκταση συνεπάγεται περαιτέρω συσσώρευση χρέους σε μια ήδη υπερχρεωμένο σύστημα, ενώ από κάποιο σημείο και μετά, περαιτέρω μείωση επιτοκίων απλά δεν είναι εφικτή. Ανεξάρτητα λοιπόν του εάν επιβεβαιωθούν ή όχι οι προσδοκίες της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας για επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας τα επόμενα τρίμηνα, οι ανισορροπίες στη διεθνή οικονομία παραμένουν, ενώ η διαφαινόμενη αδυναμία ανάκαμψης της απασχόλησης και της αγοράς εργασίας, θα περιορίζει τις θετικές επιπτώσεις ενδεχόμενης ανάκαμψης των επενδύσεων.
Από την άλλη πλευρά όμως, κι εδώ έγκειται η αντίφαση του διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος, υπάρχει μια ικανή ρευστότητα. Η ρευστότητα αυτή προέρχεται μεταξύ άλλων και από το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων των τελευταίων ετών, το οποίο καθιστά τις τραπεζικές καταθέσεις, όχι απλά ασύμφορες, αλλά ζημιογόνες. Εάν σ' αυτό συνυπολογίσουμε και τη σύγκλιση βραχυχρόνιων και μακροχρονίων επιτοκίων ομολόγων που έχει συντελεσθεί (curve flattening), οδηγούμεθα σε έναν ακόμα θετικό για τις μετοχές παράγοντα. Σε κάθε περίπτωση πάντως υπάρχει ένας όγκος ρευστότητας στο διεθνές σύστημα ο οποίος σε συνδυασμό με τις χαμηλές πλέον πραγματικές αποδόσεις των ομολόγων είναι ικανός να τροφοδοτήσει αγορές μετοχών.
Δεδομένου όμως ότι οι κεφαλαιαγορές τείνουν να επιβεβαιώνουν τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας σε μακροχρόνια βάση, δεδομένου επίσης ότι η πορεία της διεθνούς οικονομίας δεν έχει ακόμα διασαφηνισθεί και οι κίνδυνοι δεν έχουν απομακρυνθεί, ενδεχόμενη περαιτέρω ανοδική κίνηση των κεφαλαιαγορών θα έχει κατά την άποψη μας το χαρακτήρα διακυμάνσεων. Εκτιμούμε ότι δύσκολα θα διασαφηνιστεί η τάση στη διεθνή οικονομία τους επόμενους μήνες και μέχρι το τέλος του έτους. Εάν υποθέσουμε ότι δεν θα προκύψουν αυτό το έτος καταστάσεις σαν αυτές του παρελθόντος θέρους (Enron, WorldCom κτλ), οι διεθνείς αγορές εισέρχονται, κατά την άποψη μας σε μια περίοδο διακυμάνσεων, χωρίς ξεκάθαρη τάση, με τις μεν ανοδικές κινήσεις να βασίζονται στη ρευστότητα, τις δε καθοδικές να τροφοδοτούνται από ενδεχόμενες αρνητικές εξελίξεις σε επί μέρους οικονομικούς δείκτες. Οι διακυμάνσεις αυτές προσδιορίζουν και τις επενδυτικές ευκαιρίες που προκύπτουν, με αντίστοιχο φυσικά βαθμό κινδύνου. Στον απότοκο των εξελίξεων αυτών θα προσπαθήσει να κινηθεί και το Χ.Α., στο οποίο θα αναζητηθούν σιγά-σιγά οι λιγοστοί τίτλοι οι οποίοι να παρουσιάζουν ελκυστικές αποτιμήσεις σε σχέση με τον κλάδο τους σε Ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο. Σε πιο μακροχρόνια βάση θα πρέπει να μας προβληματίσει η ανταγωνιστική λειτουργία του Χ.Α. στα πλαίσια μιας διαμορφούμενης πανευρωπαϊκής χρηματιστηριακής αγοράς, καθώς οι όγκοι συναλλαγών παραμένουν χαμηλοί, οι δυνατότητες άντλησης κεφαλαίων περιορίζονται και παρατηρείται έξοδος υγιών εταιρειών μέσω εξαγορών από το εξωτερικό.
Χρήστος Α. Αβραμίδης, Ph.D.
Γενικός Διευθυντής, PROTON Asset Management A.E.Π.Ε.Υ.
|